αγιοποίηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγιοποίηση
- a.ʝi.oˈpi.i.si
Where it comes from
αγιοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἁγιοποίη(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε αγιο- + -ποίηση.
noun αγιοποίηση · αγιοποιήσεις · αγιοποίησης · αγιοποιήσεων
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγιοποιώ ※ Ο Πάπας Φραγκίσκος υπέγραψε διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ένα δεύτερο θαύμα που αποδίδεται στη Μητέρα Τερέζα, ανοίγοντας το δρόμο για την αγιοποίηση το ερχόμενο έτος της γυναίκας που αφιέρωσε τη ζωή της στο να βοηθάει τους φτωχούς στην Ινδία και στον κόσμο, ανακοίνωσε την Παρασκευή το Βατικαν
Similar: αγιοκατάταξη · Opposite: δαιμονοποίηση
Thesaurus
noun
Similar: αγιοκατάταξη · Opposite: δαιμονοποίηση
In English
- canonization the state of being canonized or sainted
Talk about this word "αγιοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αγιοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7 "αγιοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγιοποίηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}