αγιοποιώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγιοποιώ
- a.ʝi.o.piˈo
Where it comes from
αγιοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἁγιοποιῶ / ἁγιοποιέω Συγχρονικά αναλύεται σε αγιο- + -ποιώ
verb αγιοποιώ · αγιοποίησα · αγιοποιούμαι · αγιοποιήθηκα · αγιοποιημένος
- ανακηρύσσω κάποιον άγιο ※ Προσκύνησε στο Αουσβιτς και ζήτησε συγγνώμη για τη σιωπή της Καθολικής Εκκλησίας στην εξόντωση των Εβραίων, αλλά αγιοποίησε τους κροάτες δοσίλογους ιερωμένους.
- εξιδανικεύω, παρουσιάζω αρετές κάποιου με υπερβολικό τρόπο ※ Τώρα γιατί ο Πούτιν διάλεξε να ορίσει δεύτερη επίσημη προεδρική κατοικία, και μάλιστα στη γενέτειρά του την Αγία Πετρούπολη, προκάλεσε αρκετά ερωτήματα. Μία άποψη ήταν ότι οι Ρώσοι, οι οποίοι προσφάτως αγιοποίησαν τον τελευταίο τσάρο Νικόλαο Β’, θέλουν να αισθάνονται ότι διαθέτουν έναν νέο «πατερο
In English
- canonize to declare as a saint
Talk about this word "αγιοποιώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. αγιοποιώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E "αγιοποιώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγιοποιώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}