αγιοσύνη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγιοσύνη
- a.ʝi.oˈsini
Where it comes from
αγιοσύνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁγιωσύνη, μορφολογικά αναλύεται άγι(ος) + -οσύνη
noun αγιοσύνη · αγιοσύνες · αγιοσύνης · αγιοσυνών
- η ιδιότητα του αγίου, η αγιότητα ※ Στη δική μου κοσμοθεωρία η παρηγοριά, η αγιοσύνη, η λύτρωση βρίσκονται στον τρόπο με τον οποίο συμπονούμε, συντρέχουμε, προσφέρουμε.
- ως προσφώνηση για ιερωμένους η αγιοσύνη σας μας τιμά με την παρουσία της
In English
- holiness state or condition of being holy
Talk about this word "αγιοσύνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αγιοσύνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7 "αγιοσύνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγιοσύνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}