αγκάλιασμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγκάλιασμα

  • aŋˈɡa.ʎa.zma

Where it comes from

αγκάλιασμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκάλιασμα. Μορφολογικά αναλύεται σε (αγκαλιάζω) αγκαλιασ- + -μα < αγκαλιά < αρχαία ελληνική ἀγκάλη. Δείτε και ἀγκάλισμα.

noun αγκάλιασμα · αγκαλιάσματα · αγκαλιάσματος · αγκαλιασμάτων

  1. η κίνηση που κάνει κάποιος όταν αγκαλιάζει κάποιον άλλον· το να σφίγγεις κάποιον στην αγκαλιά σου
  2. figuratively, μεταφορικά η εξ ολοκλήρου αποδοχή ※ Ο δεύτερος διαγωνισμός στοχεύει στο αγκάλιασμα περισσότερων ειδών, σε μεγαλύτερη εξωστρέφεια στα είδη μουσικής και στην έλλειψη των περιορισμών στις πρεμιέρες των ταινιών που θα υποβληθούν.
  3. figuratively, literary, μεταφορικά, λογοτεχνικό το αποτέλεσμα του περιβάλλω

In English

  • embrace act of putting arms around someone and bringing the person close to the chest —
  • hug affectionate embrace

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγκάλιασμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγκάλιασμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αγκάλιασμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγκάλιασμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}