αγκίστρι
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
αγκίστρι¹
- aŋˈɟi.stɾi
由来
αγκίστρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκίστριν < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγκίστριον, υποκοριστικό < αρχαία ελληνική ἄγκιστρον
名詞 αγκίστρι · αγκίστρια · αγκιστριού · αγκιστριών
- μικρό μεταλλικό σύρμα, σε σχήμα γάντζου, με μια ανάποδη προεξοχή στην άκρη του, που χρησιμοποιείται στο ψάρεμα Ο ψαράς πέρασε με προσοχή το δόλωμα στο αγκίστρι για να είναι σίγουρος ότι δεν θα ξεκολλήσει μόλις πέσει στο νερό.
Αγκίστρι²
- aŋˈɟi.stɾi
由来
Αγκίστρι < αγκίστρι → δείτε και τη λέξη αγκιστρώνομαι
固有名詞 Αγκίστρι · Αγκίστρια · Αγκιστριού · Αγκιστριών
-
νησί του Σαρωνικού Κόλπου, δυτικά της Αίγινας
類語: Κεκρυφάλεια
英語で
- fishhook barbed hook for fishing
この単語について話す "αγκίστρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αγκίστρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9 "αγκίστρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {αγκίστρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}