αγκαλιά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγκαλιά

  • aŋ.ɡaˈʎa

Where it comes from

αγκαλιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιά < φράση «ἄν καλά (και)» < θέμα ἀγκαλ- όπως στην αρχαία ελληνική ἀγκάλη

adverb αγκαλιά · αγκαλιές · αγκαλιάς · αγκαλιών

  1. αγκαλιαστά κοιμούνται αγκαλιά κάθε βράδυ

noun αγκαλιά · αγκαλιές · αγκαλιάς · αγκαλιών

  1. ο χώρος που σχηματίζεται - περικλείεται από τον κορμό ενός ανθρώπου και τα λυγισμένα μπροστά, σε ημικύκλιο, μπράτσα του μόλις την είδε, την έσφιξε στην αγκαλιά του
  2. figuratively, συνεκδοχικά οτιδήποτε χωράει στην αγκαλιά μια αγκαλιά βιβλία
  3. broadly, κατ’ επέκταση το αγκάλιασμα

    Similar: εναγκαλισμός, περίπτυξη

  4. figuratively, μεταφορικά η στοργή, η τρυφερότητα το μόνο που ζητούσε ήταν να βρει μια αγκαλιά για να ζήσει ήρεμα το υπόλοιπο της ζωής του
  5. literary, λογοτεχνικό τμήμα παραλίας ανάμεσα σε δυο μέρη ξηράς που εισέρχονται σαν βραχίονες στη θάλασσα· κολπίσκος

In English

  • embrace act of putting arms around someone and bringing the person close to the chest —
  • bosom protected inner part
  • hug affectionate embrace

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγκαλιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγκαλιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC

Chicago

"αγκαλιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγκαλιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}