αγκαλιά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγκαλιά
- aŋ.ɡaˈʎa
Where it comes from
αγκαλιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιά < φράση «ἄν καλά (και)» < θέμα ἀγκαλ- όπως στην αρχαία ελληνική ἀγκάλη
adverb αγκαλιά · αγκαλιές · αγκαλιάς · αγκαλιών
- αγκαλιαστά κοιμούνται αγκαλιά κάθε βράδυ
noun αγκαλιά · αγκαλιές · αγκαλιάς · αγκαλιών
- ο χώρος που σχηματίζεται - περικλείεται από τον κορμό ενός ανθρώπου και τα λυγισμένα μπροστά, σε ημικύκλιο, μπράτσα του μόλις την είδε, την έσφιξε στην αγκαλιά του
- οτιδήποτε χωράει στην αγκαλιά μια αγκαλιά βιβλία
-
το αγκάλιασμα
Similar: εναγκαλισμός, περίπτυξη
- η στοργή, η τρυφερότητα το μόνο που ζητούσε ήταν να βρει μια αγκαλιά για να ζήσει ήρεμα το υπόλοιπο της ζωής του
- τμήμα παραλίας ανάμεσα σε δυο μέρη ξηράς που εισέρχονται σαν βραχίονες στη θάλασσα· κολπίσκος
In English
Talk about this word "αγκαλιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. αγκαλιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC "αγκαλιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγκαλιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}