αγκαλιάζω
Ελληνικά
AI En termes simples
Rédaction d'une courte explication…
Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.
αγκαλιάζω
- aŋ.ɡaˈʎa.zo
D'où il vient
αγκαλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιάζω < ἀγκάλη + -ιάζω
verbe αγκαλιάζω · π-αορ-αγκαλιάστηκα · αγκάλιασα · αγκαλιάζομαι · αγκαλιασμένος
- βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον/κάτι
- περιβάλλω ※ Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
- καλύπτω κάτι/κάποιον εντελώς η νύχτα αγκάλιασε την πόλη
- αγκαλιάζομαι
- περιβάλλω με στοργή Όλο το χωριό αγκάλιασε τους πρόσφυγες.
En anglais
Parler de ce mot "αγκαλιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αγκαλιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "αγκαλιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Citer
@misc{micwyn_2026,
title = {αγκαλιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}