αγκύλιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγκύλιο
- aŋˈɟi.li.o
Where it comes from
αγκύλιο < ελληνιστική κοινή ἀγκύλιον < αρχαία ελληνική ἀγκύλη < ἄγκος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική manille)
noun αγκύλιο · αγκύλια · αγκύλιου · αγκύλιων
- μεταλλικό εξάρτημα σχήματος U, χρησιμοποιούμενο για τη σύνδεση αλυσίδων ή την πρόσδεση φορτίων Για την ασφαλή πρόσδεση του σκάφους στον προβλήτα, χρησιμοποιήθηκε ένα αγκύλιο υψηλής αντοχής από γαλβανισμένο χάλυβα.
-
ορθοδοντικοί μηχανισμοί που τοποθετούνται στα δόντια για τη διόρθωση ανωμαλιών σύγκλεισης
Ο ορθοδοντικός τοποθέτησε τα αγκύλια στην επάνω γνάθο του παιδιού για να διορθώσει τη σύγκλειση των δοντιών.
Similar: σιδεράκι
In English
- shackle U-shaped piece of metal secured with a bolt or pin across the ends for attaching
Talk about this word "αγκύλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. αγκύλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF "αγκύλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγκύλιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}