αγκύλωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγκύλωση

  • anˈɟi.lo.si

Where it comes from

αγκύλωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγκύλωσις < ἀγκυλῶ

noun αγκύλωση · αγκυλώσεις · αγκύλωσης · αγκυλώσεων

  1. ιατρική πιάσιμο σε μύες που οφείλεται σε παρατεταμένο τέντωμά τους σε σταθερή θέση, δυσκολία κάμψης των μελών του σώματος

    Similar: πιάσιμο, τράβηγμα

  2. figuratively, μεταφορικά η στασιμότητα η δυσκολία μεταβολής ※ Ο συγγραφέας καταδύεται κάτω από τον ορυμαγδό της πληροφορίας διαβλέποντας μέσα σε όλη αυτή την ασύλληπτη ελευθερία κινήσεων και προσλήψεων μια δέσμευση που μπορεί να φτάσει και στην αγκύλωση.
  3. rare, σπάνιο η δημιουργία αγκύλης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγκύλωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγκύλωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"αγκύλωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγκύλωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}