αγκύλωση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγκύλωση
- anˈɟi.lo.si
Where it comes from
αγκύλωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγκύλωσις < ἀγκυλῶ
noun αγκύλωση · αγκυλώσεις · αγκύλωσης · αγκυλώσεων
- πιάσιμο σε μύες που οφείλεται σε παρατεταμένο τέντωμά τους σε σταθερή θέση, δυσκολία κάμψης των μελών του σώματος
- η στασιμότητα η δυσκολία μεταβολής ※ Ο συγγραφέας καταδύεται κάτω από τον ορυμαγδό της πληροφορίας διαβλέποντας μέσα σε όλη αυτή την ασύλληπτη ελευθερία κινήσεων και προσλήψεων μια δέσμευση που μπορεί να φτάσει και στην αγκύλωση.
- η δημιουργία αγκύλης
In English
- ankylosis the growing together of bones
Talk about this word "αγκύλωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αγκύλωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7 "αγκύλωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγκύλωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}