αγκώνας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγκώνας

  • aŋˈɡo.nas

Where it comes from

αγκώνας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκώνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγκών από την αιτιατική «τόν ἀγκῶνα»

noun αγκώνας · αγκώνες · αγκώνα · αγκώνων

  1. ανατομία η εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη ※ Η Μαρία έσκυψε απάνω απ' το τραπέζι κι έριξε πάλι το βάρος του κορμού της στους αγκώνες της. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)
  2. το τμήμα του ρούχου που καλύπτει τον αγκώνα Το σακάκι του παππού ήταν τριμμένο στους αγκώνες.

In English

  • elbow joint between upper arm and forearm

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγκώνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγκώνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"αγκώνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγκώνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}