מיקווין

αγνοούμενος

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αγνοούμενος

מאיפה זה בא

αγνοούμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγνοούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἀγνοῶ, συνηρημένου τύπου του ἀγνοέω

:* και ουσιαστικοποιημένο

פועל αγνοούμενος · -ο · αγνοούμενη · αγνοούμενο · αγνοούμενου

  1. που αγνοείται η τύχη του Ο αγνοούμενος υπερήλικας τελικά βρέθηκε να περιπλανιέται στην Ομόνοια,

שם עצם αγνοούμενος · αγνοούμενη · αγνοουμένη · αγνοούμενοι · αγνοούμενου

  1. αυτός του οποίου αγνοείται η τύχη, έχει χαθεί ή δεν είναι γνωστό αν σώθηκε ή σκοτώθηκε σε κάποιο ατύχημα, πόλεμο ή φυσική καταστροφή Οι 2.000 Ελληνοκύπριοι αγννοούμενοι από την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974.

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αγνοούμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγνοούμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγνοούμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγνοούμενος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}