αγνωσία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγνωσία

Where it comes from

αγνωσία < αρχαία ελληνική ἀγνωσία

noun αγνωσία · αγνωσίες · αγνωσίας · αγνωσιών

  1. η άγνοια
  2. ιατρική η απώλεια της ικανότητας αναγνώρισης προσώπων, σχημάτων, ήχων, οσμών κ.λπ. λόγω αδυναμίας του εγκεφάλου να επεξεργαστεί τα ερεθίσματα που λαμβάνονται από κάποιο αισθητήριο όργανο (πρόκειται δηλαδή για βλάβη του ίδιου του εγκεφαλικού φλοιού και όχι των αισθητηρίων οργάνων)
  3. φιλοσοφία αγνωσιαρχία

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγνωσία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγνωσία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αγνωσία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγνωσία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}