αγοραφοβία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγοραφοβία

Where it comes from

αγοραφοβία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Agoraphobie ή γαλλική agoraphobie < αρχαία ελληνική ἀγορά + -φοβία

noun αγοραφοβία · αγοραφοβίες · αγοραφοβίας

  1. ψυχολογία, ψυχιατρική η παθολογική τάση να νιώθει κανείς φόβο, όταν βρίσκεται με πολύ κόσμο
  2. η τάση να προτιμάει κάποιος την απομόνωση και να αποφεύγει τις συναναστροφές

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγοραφοβία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγοραφοβία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αγοραφοβία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγοραφοβία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}