αγρίεμα
Ελληνικά
AI Em palavras simples
Escrevendo uma explicação curta…
Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.
αγρίεμα
De onde vem
αγρίεμα < αγριεύω + -μα
substantivo αγρίεμα · αγριέματα · αγριέματος · αγριεμάτων
- το να γίνεσαι άγριος απέναντι σε κάποιον, να προσπαθείς να τον φοβίσεις
- το αποτέλεσμα του αγριεύω (στην έκφραση του προσώπου) το ξαφνικό αγρίεμα της μορφής του έδειχνε ότι κάποια σκέψη άρχισε να τον βασανίζει
- το αποτέλεσμα του αγριεύω (για καιρικά φαινόμενα) το ξαφνικό αγρίεμα της θάλασσας έκανε τους ψαράδες να τρέξουν στην παραλία ανήσυχοι για τις βάρκες τους
- το αποτέλεσμα του αγριεύομαι, ο αιφνίδιος φόβος που νιώθει κάποιος όταν βρίσκεται μόνος σε ένα έρημο ή σκοτεινό μέρος
Em inglês
- wildness the quality of being wild or untamed
Conversar sobre esta palavra "αγρίεμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αγρίεμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1 "αγρίεμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {αγρίεμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}