αγρίεμα

Ελληνικά

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

αγρίεμα

De onde vem

αγρίεμα < αγριεύω + -μα

substantivo αγρίεμα · αγριέματα · αγριέματος · αγριεμάτων

  1. το να γίνεσαι άγριος απέναντι σε κάποιον, να προσπαθείς να τον φοβίσεις
  2. το αποτέλεσμα του αγριεύω (στην έκφραση του προσώπου) το ξαφνικό αγρίεμα της μορφής του έδειχνε ότι κάποια σκέψη άρχισε να τον βασανίζει
  3. το αποτέλεσμα του αγριεύω (για καιρικά φαινόμενα) το ξαφνικό αγρίεμα της θάλασσας έκανε τους ψαράδες να τρέξουν στην παραλία ανήσυχοι για τις βάρκες τους
  4. το αποτέλεσμα του αγριεύομαι, ο αιφνίδιος φόβος που νιώθει κάποιος όταν βρίσκεται μόνος σε ένα έρημο ή σκοτεινό μέρος

Em inglês

  • wildness the quality of being wild or untamed

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"αγρίεμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγρίεμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αγρίεμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγρίεμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%B5%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}