αγριοκοιτάζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγριοκοιτάζω
Where it comes from
αγριοκοιτάζω < άγριος + κοιτάζω
verb αγριοκοιτάζω · αγριοκοίταζα · θα αγριοκοιτάζω · να αγριοκοιτάζω · αγριοκοιτάζοντας
- κοιτάζω κάποιον με άγριο τρόπο, με θυμό ※ «Εις το επανιδείν», ευχήθηκα και έκανα χειραψία στον Παπαβολίδα που έμεινε ενεός. Ο Πετονιάς σηκώθηκε τότε από τη θέση του, με αγριοκοίταξε και δε με χαιρέτησε όταν βγήκαμε έξω – μάλλον τον είχα εκθέσει. (Μιχάλης Μιχαηλίδης, Ο μηχανισμός της σύγχυσης, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 138)
Similar: αγροτερώ
Thesaurus
verb
Similar: αγροτερώ
In English
Talk about this word "αγριοκοιτάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αγριοκοιτάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89 "αγριοκοιτάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγριοκοιτάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CF%84%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}