αγρονόμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγρονόμος

  • a.ɣɾoˈno.mos

Where it comes from

αγρονόμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγρονόμος (υπεύθυνος αξιωματούχος για αγροτικές περιοχές) < ἀγρός (αγρός)+ νόμος (νέμω). Μορφολογικά, αγρο- + -νόμος

: για τον επιστήμονα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική agronome < μεσαιωνική λατινική agronomus < αρχαία ελληνική ἀγρός + νόμος

noun αγρονόμος · αγρονόμοι · αγρονόμου · αγρονόμων · αγρονόμο · αγρονόμους

  1. επάγγελμα επιστήμονας της αγροτικής παραγωγής, με ειδίκευση στην αγρονομία αγρονόμος τοπογράφος, αγρονόμος μηχανικός
  2. βαθμοφόρος της αγροφυλακής· πρόσωπο υπεύθυνο για την επιτήρηση των αγροτικών κτημάτων

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγρονόμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγρονόμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγρονόμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγρονόμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}