αγρότης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγρότης¹
- aˈɣɾo.tis
Where it comes from
αγρότης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγρότης
noun αγρότης · αγρότες · αγρότη · αγροτών
- ο καλλιεργητής της γης, ο γεωργός, ο παραγωγός ※ Οι αγρότες χρησιμοποιούσαν το απαρχαιωμένο ησιόδειο άροτρο, που χάραζε την επιφάνεια του εδάφους σε βάθος μόλις τριών εκατοστών και δεν ανακάτευε καλά το έδαφος ώστε να ανανεωθούν οι δυνατότητές του. (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδ. Κέρκυρα, 2006, σελ. 15)
Αγρότης²
- aˈɣɾo.tis
Where it comes from
Αγρότης < αγρότης
proper noun Αγρότης · Αγρότηδες · Αγρότη · Αγρότηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- farmer person who works the land and/or who keeps livestock
- peasant country person
- countryman country dweller
Talk about this word "αγρότης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγρότης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82 "αγρότης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγρότης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}