αγχογόνος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγχογόνος
Where it comes from
αγχογόνος < αγχο- (<άγχος) + -γόνος (<γίγνομαι)
adjective αγχογόνος · αγχογόνα · αγχογόνο · αγχογόνου
- που προκαλεί ή δημιουργεί άγχος Από τη φύση τους κάποια επαγγέλματα είναι περισσότερο αγχογόνα από κάποια άλλα. Γενικά, θεωρούνται ως περισσότερο αγχογόνα τα επαγγέλματα που συνεπάγονται επαφές ή σχέσεις με άλλους ανθρώπους, απαιτούν ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων ή επιφέρουν σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές ή άλλου είδους συνέπειες.
Talk about this word "αγχογόνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγχογόνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82 "αγχογόνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγχογόνος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}