αγωγός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγωγός

  • a.ɣoˈɣos

Where it comes from

αγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγός < ἄγω

: σημασία στη φυσική: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conducteur

noun αγωγός · αγωγοί · αγωγού · αγωγών · αγωγό · αγωγούς

  1. ο σωλήνας για τη μεταφορά υγρών ή αερίων Ο αγωγός φυσικού αερίου εγκαινιάστηκε πρόσφατα.
  2. το υλικό που επιτρέπει την ελεύθερη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων μέσα του Ο χαλκός είναι ένας πρώτης τάξης αγωγός.
  3. διάταξη που επιτρέπει την μεταφορά υλικού, όπως του νερού Ρέμα είναι κάθε φυσική διαμόρφωση του εδάφους που λειτουργεί ως αποδέκτης και αγωγός των νερών της βροχής, του χιονιού (μετά την τήξη) και των φυσικών πηγών και εξυπηρετεί την απορροή τους προς άλλους αποδέκτες μεγαλύτερης χωρητικότητας, φυσικούς ή τεχνητούς, (άλλα ρέματα, ποτάμια, λίμνες, θάλασσα κ

Opposite: μονωτής

Thesaurus

noun

Opposite: μονωτής

In English

  • conductor something which can transmit electricity, heat, light or sound
  • pipe rigid tube
  • pipeline conduit made of pipes

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγωγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αγωγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγωγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγωγός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}