αγωγός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγωγός
- a.ɣoˈɣos
Where it comes from
αγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγός < ἄγω
: σημασία στη φυσική: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conducteur
noun αγωγός · αγωγοί · αγωγού · αγωγών · αγωγό · αγωγούς
- ο σωλήνας για τη μεταφορά υγρών ή αερίων Ο αγωγός φυσικού αερίου εγκαινιάστηκε πρόσφατα.
- το υλικό που επιτρέπει την ελεύθερη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων μέσα του Ο χαλκός είναι ένας πρώτης τάξης αγωγός.
- διάταξη που επιτρέπει την μεταφορά υλικού, όπως του νερού Ρέμα είναι κάθε φυσική διαμόρφωση του εδάφους που λειτουργεί ως αποδέκτης και αγωγός των νερών της βροχής, του χιονιού (μετά την τήξη) και των φυσικών πηγών και εξυπηρετεί την απορροή τους προς άλλους αποδέκτες μεγαλύτερης χωρητικότητας, φυσικούς ή τεχνητούς, (άλλα ρέματα, ποτάμια, λίμνες, θάλασσα κ
Opposite: μονωτής
Thesaurus
noun
Opposite: μονωτής
In English
Talk about this word "αγωγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αγωγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82 "αγωγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγωγός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}