αδέξιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδέξιος
Where it comes from
αδέξιος < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + δεξιός
adjective αδέξιος · αδέξια · αδέξιο · αδέξιου · αδέξιας
- που του λείπει η ικανότητα να κινείται με άνεση, να χρησιμοποιεί επιτυχώς το σώμα του και να εκτελεί χειρισμούς
- που του λείπει η ικανότητα να χειρίζεται επιτυχώς καταστάσεις
- που εκτελείται χωρίς την απαιτούμενη ικανότητα, επιδεξιότητα ή προσοχή και επομένως δε φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα ένας αδέξιος χειρισμός μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τροχαίο ατύχημα
Opposite: επιδέξιος
Thesaurus
adjective
Opposite: επιδέξιος
In English
Talk about this word "αδέξιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αδέξιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%82 "αδέξιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδέξιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}