αδίκαστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδίκαστος

Where it comes from

αδίκαστος < α- στερητικό + δικάζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

adjective αδίκαστος · αδίκαστη · αδίκαστο · αδίκαστου · αδίκαστης

  1. που δεν έχει ακόμα δικαστεί ※ Στη συνέχεια, το κράτος έχασε και την ικανότητα να εφαρμόζει τον νόμο εξαιτίας της βαθμιαίας διάβρωσής του και της επικράτησης μιας ευρύτατης αρνησιδικίας. Σύμφωνα με νέα στοιχεία, το σύνολο των αδίκαστων υποθέσεων στο Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πλέον ξεπεράσει το όριο των 30.000 (Στάθης Ν. Καλύβας,

Opposite: δικασμένος

Thesaurus

adjective

Opposite: δικασμένος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδίκαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδίκαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδίκαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδίκαστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}