ミクウィン

αδίκημα

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

αδίκημα

  • aˈði.ci.ma

由来

αδίκημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδίκημα < (ἀδικῶ) ἀδικη- + -μα < ἄδικος

名詞 αδίκημα · αδικήματα · αδικήματος · αδικημάτων

  1. νομικός όρος η πράξη που αντιτίθεται στο δίκαιο ※ Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparka

英語で

  • wrong instance of wronging someone
  • crime specific act committed in violation of the law
  • offense act of offending against the law
  • wrongdoing instance of doing wrong

この単語について話す

引用する
MLA

"αδίκημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδίκημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αδίκημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδίκημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}