αδίστακτος

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

αδίστακτος

  • aˈði.sta.ktos

De unde vine

αδίστακτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδίστακτος (αναμφίβολος) < ἀ- (α- στερητικό) + αρχαία ελληνική διστάζω, θέμα διστακ- + -τος

adjectiv αδίστακτος · αδίστακτη · αδίστακτο · αδίστακτου · αδίστακτης

  1. που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, που δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό ※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

Asemănătoare: ανενδοίαστος · Opus: διστακτικός

Sinonime și antonime

adjectiv

Asemănătoare: ανενδοίαστος · Opus: διστακτικός

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"αδίστακτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδίστακτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδίστακτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδίστακτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}