מיקווין

αδασμολόγητος

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

αδασμολόγητος

  • a.ða.zmoˈlo.ʝi.tos

מאיפה זה בא

αδασμολόγητος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀδασμολόγητος ή α- στερητικό + δασμολογώ, δασμολογη- + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

שם תואר αδασμολόγητος · αδασμολόγητη · αδασμολόγητο · αδασμολόγητου · αδασμολόγητης

  1. που δεν έχει δασμολογηθεί, που δεν υπόκειται σε δασμούς

    דומה: ντιούτι φρι · הפך: δασμολογημένος, δασμολογητέος

באנגלית

  • duty-free exempt from duty, especially customs

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"αδασμολόγητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδασμολόγητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδασμολόγητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδασμολόγητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}