αδελφός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδελφός
- a.ðelˈfos
Where it comes from
αδελφός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀδελφός < ἀ- (αθροιστικό) + *δέλφος / δελφύς (μήτρα). Συγκρίνετε με το αδερφός.
:* για το επίθετο, με σημασία «με κοινά χαρακτηριστικά» < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Schwester- ως πρώτο συνθετικό ή από τη γαλλική soeur ως δεύτερο συνθετικό
noun αδελφός · αδελφοί · αδελφού · αδελφών · αδελφό · αδελφούς
- το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα ο μεγάλος μου αδελφός, ετεροθαλείς αδελφοί
- ο άνθρωπος με τον οποίο κάποιος συνδέεται με δεσμούς αλληλεγγύης και στενής φιλίας Mου έχει σταθεί περισσότερο κι από αδελφός.
- συνοδευτικό του ονόματος μοναχού
adjective αδελφός · αδελφοί · αδελφού · αδελφών · αδελφό · αδελφούς
- που έχουν κοινή καταγωγή, προέλευση ή κοινή ιδεολογία αδελφοί λαοί
- που έχουν κοινά χαρακτηριστικά ή κοινή προέλευση Οι επιχειρήσεις με κοινή μητρική εταιρία λέγονται αδελφές επιχειρήσεις.
Opposite: ανάδελφος
Thesaurus
adjective
Opposite: ανάδελφος
In English
- brother male sibling
Talk about this word "αδελφός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αδελφός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82 "αδελφός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδελφός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}