αδημιούργητος
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
αδημιούργητος
它从哪里来
αδημιούργητος < → λείπει η ετυμολογία
形容词 αδημιούργητος · αδημιούργητη · αδημιούργητο · αδημιούργητου · αδημιούργητης
- που δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί
- που δεν έχει ακόμα ένα επάγγελμα, θέση ή αξίωμα που να του προσφέρει ένα σταθερό εισόδημα και κοινωνική αναγνώριση και δεν έχει φτιάξει ακόμα δική του περιουσία
英语
- uncreated not having been created
讨论这个词 "αδημιούργητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αδημιούργητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "αδημιούργητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {αδημιούργητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}