αδιάφορος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδιάφορος

  • aˈði̯a.fo.ɾos

Where it comes from

αδιάφορος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιάφορος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + διάφορος < διαφέρω.

adjective αδιάφορος · αδιάφορη · αδιάφορο · αδιάφορου · αδιάφορης

  1. που δε δείχνει ενδιαφέρον για κάτι ※ Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμ
  2. που δεν προκαλεί το ενδιαφέρον, δεν έχει καμία σημασία μου είναι αδιάφορος ο τρόπος, αρκεί να πετύχουμε τον στόχο μας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδιάφορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδιάφορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδιάφορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδιάφορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}