αδιέξοδο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδιέξοδο

Where it comes from

αδιέξοδο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο αδιέξοδος, < α- + διέξοδος (< δι- + έξοδος) (σημείωση: πιθανόν να προήλθε από τη χρήση της λόγιας αιτιατικής του θηλυκού σε φράσεις όπως "οδηγεί σε αδιέξοδο -οδό-")

noun αδιέξοδο · αδιέξοδα · αδιεξόδου · αδιέξοδου · αδιεξόδων

  1. τυφλός δρόμος που δεν έχει διέξοδο προς κάποιον άλλον βγήκαμε σε αδιέξοδο και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω
  2. κατάσταση που δεν έχει προοπτική εξέλιξης ή βελτίωσης οι συνομιλίες μεταξύ των δυο χωρών οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδιέξοδο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδιέξοδο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF

Chicago

"αδιέξοδο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδιέξοδο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}