αδιέξοδο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδιέξοδο
Where it comes from
αδιέξοδο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο αδιέξοδος, < α- + διέξοδος (< δι- + έξοδος) (σημείωση: πιθανόν να προήλθε από τη χρήση της λόγιας αιτιατικής του θηλυκού σε φράσεις όπως "οδηγεί σε αδιέξοδο -οδό-")
noun αδιέξοδο · αδιέξοδα · αδιεξόδου · αδιέξοδου · αδιεξόδων
- τυφλός δρόμος που δεν έχει διέξοδο προς κάποιον άλλον βγήκαμε σε αδιέξοδο και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω
- κατάσταση που δεν έχει προοπτική εξέλιξης ή βελτίωσης οι συνομιλίες μεταξύ των δυο χωρών οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο
In English
Talk about this word "αδιέξοδο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. αδιέξοδο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF "αδιέξοδο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδιέξοδο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}