αδιακρισία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδιακρισία
Where it comes from
αδιακρισία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιακρισία (έλλειψη διάκρισης), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική indiscrétion
noun αδιακρισία · αδιακρισίες · αδιακρισίας · αδιακρισιών
- η ιδιότητα του αδιάκριτου, η έλλειψη διακριτικότητας ※ Το θεωρούσε πάντα αδιακρισία να μου βάζει ερωτήματα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- ενέργεια ή λόγος που παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή ενός άλλου ανθρώπου και δείχνει έλλειψη διακριτικότητας
In English
- indiscretion Want of discretion
Talk about this word "αδιακρισία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αδιακρισία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1 "αδιακρισία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδιακρισία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}