αδιακώλυτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδιακώλυτος

Where it comes from

αδιακώλυτος < α- + αρχαία ελληνική διακωλύω + -τος < διά + κωλύω (πβ. (ελληνιστική κοινή))

adjective αδιακώλυτος · αδιακώλυτη · αδιακώλυτο · αδιακώλυτου · αδιακώλυτης

  1. archaic, αρχαιοπρεπές απαρεμπόδιστος Η άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, η κατασκήνωση, η διανυκτέρευση, (…) υποβάλλεται, ως προς το είδος τον τόπο τον χρόνο και τη διάρκειά τους σε περιορισμούς οι οποίοι εξασφαλίζουν την αδιακώλυτη άσκηση του μοναχικού βίου και της θείας λατρείας. (Νόμος 2351/95)

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδιακώλυτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδιακώλυτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδιακώλυτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδιακώλυτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}