αδιαφορία

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

αδιαφορία

  • a.ði̯a.foˈɾi.a

Откуда оно

αδιαφορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιαφορία

существительное αδιαφορία · αδιαφορίες · αδιαφορίας · αδιαφοριών

  1. η έλλειψη ενδιαφέροντος για κάτι ※ Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ο

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"αδιαφορία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδιαφορία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αδιαφορία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδιαφορία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}