αδικία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδικία¹

  • a.ðiˈci.a

Where it comes from

αδικία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδικία < ἄδικος < ἀ- στερητικό + δίκη

noun αδικία · αδικίες · αδικίας · αδικιών

  1. πράξη που αντιβαίνει στην αίσθηση που έχει ο ομιλητής περί δικαίου
  2. especially, ειδικότερα πράξη που επιβαρύνει κάποιον περισσότερο ή ευνοεί κάποιον λιγότερο συγκριτικά με κάποιον άλλο και παραβιάζει τις αρχές της αξιοκρατίας ή της ισότητας

Αδικία²

Where it comes from

Αδικία < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Αδικία

  1. γυναικείο όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδικία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδικία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αδικία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδικία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}