αδικώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδικώ
- a.ðiˈko
Sounds like άδικο
Where it comes from
αδικώ < Η σημασία «πράττω αδικία» < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδικέω, -ῶ. Η σημασία «κρίνω ή αντιμετωπίζω άδικα ή ως κατώτερο» (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική faire injustice.
verb αδικώ · αδικούσα · αδικήσει · αδίκησα · αδικούμαι · αδικιέμαι
- πράττω αδικία, κάνω μια άδικη πράξη
- κρίνω ή αντιμετωπίζω άδικα, μη τηρώντας τις αρχές της δικαιοσύνης και αποδίδοντας ευθύνες, προθέσεις ή μεταχείριση που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια ή στην ισότητα Ο μικρότερος γιος παραπονιόταν ότι τον αδίκησε ο πατέρας του όταν μοίρασε την περιουσία στα παιδιά του.
- θεωρώ ότι κάτι που έκανε κάποιος ήταν δικαιολογημένο Φώναζε, αλλά δεν τον αδικώ, ήταν εκνευρισμένος και δικαιολογημένα.
In English
- wrong to treat unjustly
Talk about this word "αδικώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. αδικώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E "αδικώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδικώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}