αδιόρατος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδιόρατος

  • a.ðiˈo.ɾa.tos

Where it comes from

αδιόρατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδιόρατος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική imperceptible

adjective αδιόρατος · αδιόρατη · αδιόρατο · αδιόρατου · αδιόρατης

  1. που διακρίνεται με πολύ μεγάλη δυσκολία, που ίσα ίσα φαίνεται ※ Ο Αμπατζόγλου αφηγείται τις συνειδητά μπανάλ ιστορίες του με αδιόρατη ειρωνεία, ή καλύτερα αυτοειρωνεία, αφού οι ήρωές του δείχνουν, ακόμη και με τα ονόματά τους, να παραπέμπουν στον ίδιο. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, εκδ. Πατάκη, 1995, σελ. 25)

Similar: αμυδρός, ανεπαίσθητος, αχνός, δυσδιάκριτος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδιόρατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδιόρατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδιόρατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδιόρατος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}