αδρανής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδρανής

  • a.ðɾaˈnis

Where it comes from

αδρανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδρανής < ἀ- (στερητικό) + δραν- του δραίνω < δράω

adjective αδρανής · αδρανές · αδρανούς

  1. που δεν παρουσιάζει καμία δράση, στερείται δραστηριότητας κάθε μορφής

    Similar: οκνός, νωθρός

  2. που αντιμετωπίζει τα πράγματα παθητικά, που δεν ενεργεί και δεν αντιδρά σε προκλήσεις στο περιβάλλον του

    Similar: ανύπαρκτος, παθητικός, πλασματικός

  3. χημεία που δεν αντιδρά, ή δεν επιδρά, δηλαδή τείνει να διατηρεί την ίδια κατάσταση ακόμα και όταν προστίθενται άλλα χημικά στοιχεία ή χημικές ενώσεις αδρανής ατμόσφαιρα, αδρανής μάζα, αδρανές αέριο, αδρανές κράμα, αδρανές υλικό
  4. βιολογία αναφέρεται κυρίως σε γονίδιο χωρίς δράση

In English

  • quiescent Inactive, at rest, quiet
  • idle not turned to appropriate use, not occupied, of time with little activity
  • inactive not active, temporarily or permanently
  • dormant inactive, asleep, suspended

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδρανής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδρανής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"αδρανής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδρανής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}