αδυναμία

Ελληνικά · Visawe na vinyume

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

αδυναμία

  • a.ði.naˈmi.a

Limetoka wapi

αδυναμία < αρχαία ελληνική ἀδυναμία

nomino αδυναμία · αδυναμίες · αδυναμίας · αδυναμιών

  1. η απουσία δύναμης σωματική αδυναμία
  2. η ανικανότητα κάποιου, το να μην μπορέσει κάποιος να επιτύχει κάτι η αδυναμία του προέδρου να ελέγξει τους βουλευτές του κόμματος ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές
  3. πληροφορική ευάλωτο ή ευπαθές σημείο που μπορεί να υποστεί επίθεση οι υποψίες για αδυναμίες στον αλγόριθμο κρυπτογράφησης αποδείχτηκαν αβάσιμες

    Yanayofanana: κενό ασφάλειας, τρωτότητα

  4. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος ή αντικείμενο ιδιαίτερα αγαπητό όλα τα παιδάκια τα αγαπώ, αλλά αυτό το ανιψάκι είναι η αδυναμία μου
  5. figuratively, μεταφορικά ιδιαίτερη αγάπη, εύνοια Σου έχω αδυναμία!

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"αδυναμία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδυναμία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αδυναμία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδυναμία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}