αδύναμος
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
αδύναμος¹
यह कहाँ से आया
αδύναμος < αρχαία ελληνική ἀδύναμος < α- + δύναμις
विशेषण αδύναμος · αδύναμη · αδύναμο · αδύναμου · αδύναμης
- που δεν έχει δυνάμεις ξεπέρασε την αρρώστια, αλλά νιώθει ακόμη αδύναμος
- που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση ακούστηκαν μερικές αδύναμες διαμαρτυρίες, αλλά τίποτε περισσότερο
Αδύναμος²
यह कहाँ से आया
Αδύναμος < αδύναμος
व्यक्तिवाचक संज्ञा Αδύναμος · Αδυνάμου · Adynamos
- ανδρικό επώνυμο
अंग्रेज़ी में
- weak lacking in force or ability
इस शब्द पर बात करें "αδύναμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αδύναμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82 "αδύναμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {αδύναμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}