αετόπουλο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αετόπουλο

Where it comes from

αετόπουλο < μεσαιωνική ελληνική ἀετόπουλον < ἀετός + -πουλον, ουδέτερο του -πουλος

noun αετόπουλο · αετόπουλα · αετόπουλου · αετόπουλων

  1. ο νεοσσός του αετού
  2. πολύ έξυπνος ※ «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αετόπουλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αετόπουλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF

Chicago

"αετόπουλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αετόπουλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}