αθλιότητα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αθλιότητα
- a.θliˈo.ti.ta
Where it comes from
αθλιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀθλιότης με χρήση της αιτιατικής ενικού «τήν ἀθλιότητα»
noun αθλιότητα · αθλιότητες · αθλιότητας · αθλιοτήτων
- η ιδιότητα του άθλιου ※ «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δε
- σε απαίσια κατάσταση
- ακραία πράξη Οι αθλιότητες που έπραξε ο Χίτλερ ενάντια στους Ιουδαίους δε θα συγχωρεθούν ποτέ.
Talk about this word "αθλιότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αθλιότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "αθλιότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αθλιότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}