αθώος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αθώος¹
- aˈθo.os
Where it comes from
αθώος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀθῷος
:* σημασία «αγνός, ανίδεος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική innocent
adjective αθώος · αθώα · αθώο · αθώου · αθώας
-
που δεν είναι υπεύθυνος για πράξη κακή, ανάρμοστη ή εγκληματική
※ Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιη
Opposite: ένοχος
- αγνός που δεν έχει μέσα του κακία ή υστεροβουλία ※ Εις τον προσφυγικόν καταυλισμόν της Λαχαναγοράς Πειραιώς ενεφανίσθη μίαν των ημερών ένας ανέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δεν ήτο ούτε Μικρασιάτης, ούτε Θραξ. Δεν τον είχαν κυνηγήσει αι ορδαί του Κεμάλ. Δεν του είχαν σπάσει το πόδι του οι Τούρκοι Τσέτηδες. Ήτον απλούστατα ένας αθώος σπουργίτης.
- ανίδεος, άσχετος
Αθώος²
Where it comes from
Αθώος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αθώος
- ανδρικό όνομα
In English
- innocent pure, free from sin, untainted
Talk about this word "αθώος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αθώος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BF%CF%82 "αθώος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αθώος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}