Μίκουιν

αιγυπτιακός

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

αιγυπτιακός

  • e.ʝi.pti.aˈkos

Από πού έρχεται

αιγυπτιακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αἰγυπτιακός

επίθετο αιγυπτιακός · αιγυπτιακή · αιγυπτιακό · αιγυπτιακού · αιγυπτιακής

  1. που έχει σχέση με την Αίγυπτο
  2. που σχετίζεται με τους αρχαίους χρόνους της Αιγύπτου
  3. ουσιαστικοποιημένο αιγυπτιακά, αιγυπτιακή: η γλώσσα των Αιγύπτιων

Στα αγγλικά

  • Egyptian of, from, or pertaining to Egypt

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"αιγυπτιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αιγυπτιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αιγυπτιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αιγυπτιακός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}