αιθιοπικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αιθιοπικός

Where it comes from

αιθιοπικός < αρχαία ελληνική Aἰθιοπικός < Aἰθιοπία

adjective αιθιοπικός · αιθιοπική · αιθιοπικό · αιθιοπικού · αιθιοπικής

  1. που έχει σχέση με την Αιθιοπία ή τους Αιθίοπες αναφέρεται σʼ αυτά ※ Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα α

In English

  • Ethiopian of, from, or pertaining to Ethiopia

Talk about this word

Cite this
MLA

"αιθιοπικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αιθιοπικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αιθιοπικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αιθιοπικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}