αιμοκάθαρση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αιμοκάθαρση

Where it comes from

αιμοκάθαρση < αίμα + κάθαρση

noun αιμοκάθαρση · αιμοκαθάρσεις · αιμοκάθαρσης · αιμοκαθάρσεων

  1. μέθοδος για την τεχνητή αποβολή των τοξικών ουσιών από το αίμα· εφαρμόζεται σε ασθενείς που πάσχουν κυρίως από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και αδυνατούν πλέον να αποβάλουν τοξικές για τον οργανισμό ουσίες από το αίμα τους Η αιμοκάθαρση πραγματοποιείται με δύο κύριους τρόπους, τον τεχνητό νεφρό και τις περιτοναϊκές πλύσεις

In English

  • dialysis medicine: artificial removal of waste products from the blood

Talk about this word

Cite this
MLA

"αιμοκάθαρση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αιμοκάθαρση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7

Chicago

"αιμοκάθαρση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αιμοκάθαρση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}