αιμορραγία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αιμορραγία

  • e.mo.ɾaˈʝi.a

Where it comes from

αιμορραγία < αρχαία ελληνική αἱμορραγία < αἱμορραγῶ < αἷμα + ῥήγνυμι (-ρραγία)

noun αιμορραγία · αιμορραγίες · αιμορραγίας · αιμορραγιών

  1. ιατρική η απώλεια αίματος, εξωτερικά ή εσωτερικά του σώματος, λόγω ρήξης των αιμοφόρων αγγείων, η οποία προκαλείται από τραυματισμό ή άλλες αιτίες εσωτερική αιμορραγία (όταν το αίμα που εξέρχεται από τα αιμοφόρα αγγεία παραμένει σε κάποια κοιλότητα εντός του σώματος)
  2. figuratively, μεταφορικά η απώλεια ζωτικών πόρων οικονομική αιμορραγία

Similar: αιμόρροια, αιματόρροια

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αιμορραγία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αιμορραγία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αιμορραγία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αιμορραγία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}