αιμοστατικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αιμοστατικό
Where it comes from
αιμοστατικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αιμοστατικός. Εννοείται η λέξη φάρμακο.
noun αιμοστατικό · αιμοστατικά · αιμοστατικού · αιμοστατικών
- συνώνυμο του αντιαιμορραγικό
adjective αιμοστατικό · αιμοστατικά · αιμοστατικού · αιμοστατικών
- αιτιατική ενικού του αιμοστατικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιμοστατικός
Talk about this word "αιμοστατικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αιμοστατικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αιμοστατικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αιμοστατικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}