αισθητήριο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αισθητήριο

Where it comes from

αισθητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αισθητήριος

noun αισθητήριο · αισθητήρια · αισθητήριου · αισθητηρίου · αισθητήριων · αισθητηρίων

  1. το όργανο μιας από τις αισθήσεις ※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.g
  2. η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος και να αξιοποιεί κάποια εξωτερικά ερεθίσματα το πολιτικό αισθητήριο, το μουσικό αισθητήριο
  3. τεχνολογία αισθητήρας

adjective αισθητήριο · αισθητήρια · αισθητήριου · αισθητηρίου · αισθητήριων · αισθητηρίων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του αισθητήριος

In English

  • intuition immediate cognition without the use of rational processes

Talk about this word

Cite this
MLA

"αισθητήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αισθητήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"αισθητήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αισθητήριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}