αισθητικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αισθητικός
Where it comes from
αισθητικός < → λείπει η ετυμολογία
adjective αισθητικός · αισθητική · αισθητικό · αισθητικού · αισθητικής
- που αναφέρεται στην ομορφιά και την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας αισθητική αγωγή, αισθητικοί κανόνες
- σχετικός με την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος αισθητική αποκατάσταση, αισθητική χειρουργική
- σχετικός με τις αισθήσεις αισθητικό νεύρο
Opposite: αναισθητικός, αντιαισθητικός
noun αισθητικός · αισθητική · αισθητικό · αισθητικού · αισθητικής
- που ασχολείται με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
- που ασχολείται επαγγελματικά με την ομορφιά και την περιποίηση του ανθρώπινου σώματος, π.χ. των μαλλιών, των νυχιών, του προσώπου
- που εργάζεται σε ινστιτούτο αισθητικής
Thesaurus
adjective
Opposite: αναισθητικός, αντιαισθητικός
In English
- aesthetic concerned with beauty
- sensitive having the faculty of sensation; pertaining to the senses
- cosmetologist person who advises people on cosmetics and other beauty treatments
- beautician one who does hair styling, manicures, and other beauty treatments
Talk about this word "αισθητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αισθητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αισθητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αισθητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}