αισθητικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αισθητικός

Where it comes from

αισθητικός < → λείπει η ετυμολογία

adjective αισθητικός · αισθητική · αισθητικό · αισθητικού · αισθητικής

  1. που αναφέρεται στην ομορφιά και την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας αισθητική αγωγή, αισθητικοί κανόνες
  2. σχετικός με την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος αισθητική αποκατάσταση, αισθητική χειρουργική
  3. ιατρική σχετικός με τις αισθήσεις αισθητικό νεύρο

Opposite: αναισθητικός, αντιαισθητικός

noun αισθητικός · αισθητική · αισθητικό · αισθητικού · αισθητικής

  1. που ασχολείται με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
  2. επάγγελμα που ασχολείται επαγγελματικά με την ομορφιά και την περιποίηση του ανθρώπινου σώματος, π.χ. των μαλλιών, των νυχιών, του προσώπου
  3. επάγγελμα που εργάζεται σε ινστιτούτο αισθητικής

Thesaurus

In English

  • aesthetic concerned with beauty
  • sensitive having the faculty of sensation; pertaining to the senses
  • cosmetologist person who advises people on cosmetics and other beauty treatments
  • beautician one who does hair styling, manicures, and other beauty treatments

Talk about this word

Cite this
MLA

"αισθητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αισθητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αισθητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αισθητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}