αιτιότητα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αιτιότητα

  • e.tiˈo.ti.ta

Where it comes from

αιτιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αἰτι(ότης) (μαρτυρείται από το 1834) + -ότητα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική causalité. Δείτε και το μεσαιωνικό αἰτιότης. ή ελληνιστικό

noun αιτιότητα · αιτιότητες · αιτιότητας · αιτιοτήτων

  1. η σχέση που συνδέει την αιτία με το αποτέλεσμα
  2. φιλοσοφία, λογική το αξίωμα ότι είναι αδύνατο να έχουμε αποτέλεσμα χωρίς να υπάρχει αίτιο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αιτιότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αιτιότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"αιτιότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αιτιότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}