ακάλυπτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακάλυπτος

Where it comes from

ακάλυπτος < αρχαία ελληνική ἀκάλυπτος < ἀ- στερητικό + καλύπτω + -τος

adjective ακάλυπτος · ακάλυπτη · ακάλυπτο · ακάλυπτου · ακάλυπτης

  1. που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο ※ αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
  2. που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο
  3. που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά
  4. που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον
  5. που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος
  6. για θέση, κενό σε οργανισμό που δεν έχει συμπληρωθεί
  7. για επιταγή που δεν έχει αντίκρισμα

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακάλυπτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακάλυπτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακάλυπτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακάλυπτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}