ακάλυπτος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακάλυπτος
Where it comes from
ακάλυπτος < αρχαία ελληνική ἀκάλυπτος < ἀ- στερητικό + καλύπτω + -τος
adjective ακάλυπτος · ακάλυπτη · ακάλυπτο · ακάλυπτου · ακάλυπτης
- που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο ※ αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- που δεν έχει χτιστεί, δεν έχει καλυφθεί από κάποιο κτήριο
- που δεν έχει καλυφθεί ώστε να προστατευτεί από εχθρικά πυρά
- που δεν έχει καλυφθεί από κάποιον άλλον, δεν του έχει δοθεί προστασία από κάποιον
- που δεν έχει καλυφθεί κατά τη συζήτηση-διαπραγμάτευση ενός θέματος
- που δεν έχει συμπληρωθεί
- που δεν έχει αντίκρισμα
Talk about this word "ακάλυπτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακάλυπτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82 "ακάλυπτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακάλυπτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}