ακαλαίσθητος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακαλαίσθητος

Where it comes from

ακαλαίσθητος < α- + καλαίσθητος

adjective ακαλαίσθητος · ακαλαίσθητη · ακαλαίσθητο · ακαλαίσθητου · ακαλαίσθητης

  1. που δεν έχει αίσθηση του ωραίου, που δεν έχει καλό γούστο
  2. που είναι φτιαγμένος χωρίς καλαισθησία, κακόγουστος ※ Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα α

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακαλαίσθητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακαλαίσθητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακαλαίσθητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακαλαίσθητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}